αοριστολογώ


αοριστολογώ
αοριστολογώ βλ. πίν. 73 (κυρίως στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αοριστολογώ — ( έω) εκφράζομαι με αοριστολογίες, χωρίς σαφήνεια και ακρίβεια …   Dictionary of Greek

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • αοριστολογικός — ή, ό 1. αυτός που λέγεται με αοριστία ή περιέχει ασάφεια 2.(Γραμμ.) «αοριστολογικές (ή αόριστες) αντωνυμίες» αντωνυμίες που εκφράζουν κάτι αόριστο και γενικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < αοριστολογώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο λεξικό του Σκαρλάτου… …   Dictionary of Greek